Πρωί 'ταν από τον Παράδεισο, τρυφερό, γεμάτο έλεος του Θεού, όταν ζυγώναμε στο ξακουστό Βατοπέδι. Σαν να 'ταν λες η πέμπτη μέρα της Δημιουργίας και δεν είχε ακόμα ο Θεός πλάσει τον άνθρωπο να χαλάσει την δημιουργία του κόσμου. Αγάλια άνοιγε σαν τριαντάφυλλο η ανατολή, και μικρά ροδομάγουλα συννεφάκια σαν αγγελόπουλα πρόβαιναν από την άκρα του ουρανού και σιγά σιγά μεγάλωναν, θαρρείς και κατέβαιναν στη γης. Ένα κοτσύφι, με τη δροσούλα ακόμα στα φτερά, στάθηκε στη μέση του δρόμου, μας κοίταξε, μα δε φοβήθηκε, δεν αναμέρισε, σαν να μην ήταν κότσυφας, παρά πνεύμα αγαθό που μας γνώριζε. Μιά μικρούλα κουκουβάγια, απάνω σε μιά πέτρα, είχε κιόλας ζαλιστεί από το φως κι έμενε ήσυχη, ακίνητη, και περίμενε τη νύχτα.Δεν μιλούσαμε. Νιώθαμε κι οι δυό πως εδώ η φωνή του ανθρώπου, όσο κι αν θα 'ταν γλυκειά και σιγανή, θ' αντηχούσε στριγκιά και παράταιρη. Προχωρούσαμε αναμερίζοντας τα χαμηλά κλαδιά από τα πεύκα και ραντίζουνταν το πρόσωπό μας και τα χέρια μας από τις πρωινές δροσοστάλες.
Μ' έπνιγε η ευτυχία. Στράφηκα στο φίλο μου, άνοιγα το στόμα μου να του πω: "Τι ευτυχία είναι ετούτη!..." μα δεν τόλμησα. Ήξερα πως αν μιλούσα, τα μάγια θα σκόρπιζαν. [...]
Άξαφνα κουβέντες ακούστηκαν και γέλια. Είχαμε πιά φτάσει στο Μοναστήρι, και δυό καλοθρεμμένοι καλόγεροι καθόντουσαν σ' ένα πεζούλι στην οξώπετρα και χωράτευαν με τον πορτάρη.
Σταθήκαμε απότομα, σαν να είχαμε δει φίδι. Ο φίλος μου με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι:
- Όνειρο ήταν, είπε. Θαρρέψαμε μιά στιγμή πως δεν υπάρχουν άνθρωποι...
- Κρίμα, αποκρίθηκα, ήταν αυτός ο αληθινός Παράδεισος, περίσσια ανώτερος από τον άλλο. [...]
Φώναζαν οι δυό καλόγεροι δυνατά, πείραζαν τον πορτάρη. Και δώστου σκούσαν στα γέλια. Μα ως μας είδαν, σώπασαν, συμμάζεψαν τις κοιλιές τους, σηκώθηκαν.
- Καλώς ορίσατε, με την ευκή του Θεού, είπαν κι άπλωσαν τα χέρια τους να τα φιλήσουμε.
- Καλά περνάτε, άγιοι πατέρες, είπε ο φίλος μου κοιτάζοντας τις κοιλιές τους και τα κόκκινα μάγουλα -δεν μπορούσε ακόμα να τους συγχωρήσει που μας έδιωξαν από τον Παράδεισο.
- Απαρνηθήκαμε τον ψεύτη κόσμο και τις χαρές του, είπε ο ένας, ο ξανθογένης.
Δεν μιλήσαμε. Μα ο άλλος ο μαυρογένης, πετάχτηκε:
- Τί μας κοιτάζετε και παραξενεύεστε; Η προσευχή θρέφει περισσότερο κι από το κρέας.
Μας είχαν ζυγώσει, κι η αναπνοή τους μύριζε ανυπόφορα σκόρδο.
- Πάμε μέσα, είπαμε, να προσκυνήσουμε.
Βιαζόμασταν να γλιτώσουμε από τους δυό τούτους σκορδοκαλόγερους.
Ήρθε ο αρχοντάρης, γαλανομάτης, με τριανταφυλλένιο δέρμα, καλοζωισμένος, πεντακάθαρος, με άσπρη μεταξωτή γενειάδα. Μας καλωσόρισε, μπήκε μπροστά, τον ακολουθήσαμε. Πλούσιο Μοναστήρι, πολιτεία ολόκληρη, με ξενώνες, με φρεσκοβαμμένα πορτοπαράθυρα, με ηλεκτρικό φως, με περιβόλια απάνω από τη θάλασσα. Οι καλόγεροι είχαν τώρα σηκωθεί από την Τράπεζα, κάθουνταν απ΄έξω από τα κελιά τους και χώνευαν στον ήλιο. Μπήκαμε στην εκκλησιά, προσκυνήσαμε τις ξακουσμένες εικόνες, την Παναγία την Παραμυθία, την Κτητόρισσα, τη Βηματάρισσα, την Αντιφωνήτρια, την Εσφαγμένη και την Ελαιβρώτιδα. Μας άνοιξαν μιά πολύτιμη λειψανοθήκη κι ασπαστήκαμε την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Θυμήθηκα τους δυό καλόγερους που την είχαν φέρει στην Κρήτη όταν ήμουν παιδί κι έτρεχε ο λαός στην εκκλησιά του Άι-Μηνά και την προσκυνούσε. Και κρατούσαν μιά σακούλα οι καλόγεροι και γέμιζε ασημένια μετζίτια και λίρες και χρυσά σκουλαρίκια κι αρραβώνες. Κι εγώ δεν είχα τίποτα να δώσω στη χάρη Της, έψαξα στην τσέπη μου, βρήκα ένα κοντύλι και τό 'ριξα στη σακούλα.
Βγήκαμε στην αυλή, ανεβήκαμε στον ξενώνα. Μας είχαν στρώσει πλούσιο τραπέζι, με όλα τα ελέη του Θεού.
- Καλά περνούμε, έκαμε ο φίλος μου που αγαπούσε το καλό φαϊ, καλά και περίκαλα, σαν καλόγεροι Βατοπεδίτες!
- Ας πιούμε στην υγειά, είπα του καόμοιρου του Φτωχοπρόδρομου, του λιμασμένου. Με τι ζήλια ανιστορούσε τα φαγιά που έτρωγαν οι ηγούμενοι στα μοναστήρια και πως έτρεχαν τα σάλια του, και πως παραπονιόταν στον αυτοκράτορά του! Θυμάσαι τους στίχους του;
- Πως δεν τους θυμούμαι:
[...] εκείνοι γαρ χορταίνουσι τα πρώτα των ιχθύων
εμένα δε με δίδουσι θύνναν την βρωμισμένην
εκείνοι το κοτζώνουσι το χιώτικον εις κόρον,
ο δε δικός μου στόμαχος πάσχει από το ξίδιν!
Γέλασε. Μα ευτύς ένας ίσκιος πλάκωσε το πρόσωπό του:
- Ντροπή να γελούμε, είπε. Το Μοναστήρι ετούτο πλακώνει την καρδιά μου. Είδες τους καλόγερους; Όλοι καλοθρεμμένοι. Αν κατέβαινε πάλι ο Χριστός στη γης και τύχαινε να περάσει από το Βατοπέδι, πως θα χελιδόνιζε το φραγγέλιο απάνω από τις κεφαλές τους! Πάμε να φύγουμε.
- Πού να πάμε; Όχι το Μοναστήρι ετούτο μονάχα, ο κόσμος ολάκερος -δεν το νιώθεις;- πλακώνει την καρδιά μας. Παντού αρνιά και λύκοι. Ή θα φας ή θα σε φάνε. Ένας νόμος ακόμα στον κόσμο τούτο είναι απαραβίαστος: ο νόμος της ζούγκλας.
- Μα δεν υπάρχει λοιπόν σωτηρία; Δεν υπάρχει ένα ζώο αγαθό συνάμα και δυνατό, που να μην τρώει τους άλλους μήτε και να τρώγεται από τους άλλους;
- Δεν υπάρχει, μα γίνεται. Ένα ζώο κίνησε από χιλιάδες χρόνια να φτάσει, μα ακόμα δεν έφτασε.
- Ποιό ζώο;
- Ο πίθηκος. Βρισκόμαστε ακόμα στα μισά του δρόμου, στον πιθηκάνθρωπο. Κάνε υπομονή.
- Ο Θεός μπορεί να κάνει υπομονή, τί του κοστίζει ο καιρός; είναι αθάνατος. Μα ο άνθρωπος;
- Αθάνατος είναι κι αυτός, αποκρίθηκα. Μα όχι ολόκληρος. Κι αυτό που μέσα του είναι αθάνατο μπορεί να κάνει υπομονή.
Σηκωθήκαμε από το τραπέζι, κατεβήκαμε στο γιαλό, ο γήλιος έγερνε να βασιλέψει, φύλλο δεν σάλευε. [...]
Νίκος Καζαντζάκης Αναφορά στον Γκρέκο
(Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου.
Η φωτογραφία είναι από την Βικιπαίδεια.)